Οι παραμελημένοι θεσμοί

(Καθημερινή 22/01/2017)

Για να βγούμε από την κρίση, πρέπει να ξαναχτίσουμε τη δημόσια σφαίρα, όχι μόνο τις ιδιωτικές δουλειές. Δεν έχουμε χάσει μόνο εισοδήματα, έχουμε χάσει και την εμπιστοσύνη σε αυτά που συγκροτούν μια οργανωμένη κοινωνία. Ημασταν και πριν από το 2009 μια κοινωνία «χαμηλής εμπιστοσύνης», αλλά από τότε το κακό παράγινε. Αντί να συσπειρωθούμε για να βρούμε μια κοινή λύση στο κοινό μας πρόβλημα, διχαστήκαμε περισσότερο. Ακόμα χειρότερα, υποβαθμίσαμε τους λίγους εκείνους θεσμούς που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και όχι τις πολιτικές παρατάξεις και τις πελατείες τους.

Η παθογένεια στη δημόσια σφαίρα συνοψίζεται σε δύο επιλογές: εισοδηματικές ενισχύσεις αντί για οργανωμένες υπηρεσίες και συνδιαλλαγή αντί για κανόνες. Οι επιλογές έρχονται από παλιά, και έφεραν την κρίση. Μετά έγιναν ακόμα πιο φανερές, και κρατούν την κοινωνία καθηλωμένη σε τέλμα καχυποψίας και απαισιοδοξίας.

Στο κοινωνικό κράτος, οι κυβερνήσεις προτιμούσαν να μοιράζουν χρήμα στα νοικοκυριά, κυρίως με τη μορφή συντάξεων ή χαριστικών προσλήψεων, αντί να χτίζουν υπηρεσίες υγείας και παιδείας που να εξυπηρετούν τους πολίτες χωρίς διακρίσεις και με καλή ποιότητα. Οι συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ είχαν φτάσει το 2009 στο 14%, που ήταν σχεδόν το ψηλότερο στην Ε.Ε., και το 2014 είχαν ανεβεί στο 17% που είναι με διαφορά το υψηλότερο. Αντίθετα, οι δημόσιες δαπάνες για την περίθαλψη (χωρίς τα φάρμακα) ήταν το 2009 λίγο κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και στην κρίση έπεσαν ακόμα πιο χαμηλά (από 3,7% σε 3,3% ως ποσοστό του ΑΕΠ και κατά 33% σε μέγεθος). Αυτό δεν συνέβη επειδή το ζήτησε η τρόικα – αντίθετα, οι θεσμοί, και ιδίως το ΔΝΤ, συμβούλευαν να μην κοπούν τα κονδύλια για τα νοσοκομεία και να μειωθεί περισσότερο το κονδύλι για συντάξεις.

Γιατί προτιμούν τις συντάξεις οι κυβερνήσεις; Γιατί ο κ. Τσίπρας βιάστηκε να δώσει 620 εκατ. ως επίδομα αντί να τα δώσει στα νοσοκομεία για να προσλάβουν νοσοκόμες και να αγοράσουν γάζες και σαπούνια, όταν όλοι ξέρουν ότι οι συνθήκες φροντίδας και υγιεινής έχουν καταρρεύσει; Η απάντηση είναι, προφανώς, το κυνήγι της ψήφου. Οι συνταξιούχοι βλέπουν το όφελος αμέσως, ενώ οι ασθενείς θα το δουν αν και όταν ασθενήσουν, και θα επηρεάσει την ψήφο τους μόνο αν μπορούν να κάνουν τη σύγκριση με το πριν, και να αποδώσουν τα εύσημα στη συγκεκριμένη κυβέρνηση. Δεν θα υπήρχε άμεσο κομματικό όφελος από μια τέτοια κίνηση.

Με τέτοιο σκεπτικό χτίσαμε ένα Δημόσιο που μοιράζει χρήματα αντί να παρέχει δημόσια αγαθά. Μερικοί θα πουν ότι και τα επιδόματα είναι αναγκαία, κι όταν το κράτος δεν έχει αρκετά χρήματα, ό,τι από τα δύο επιλέξει καλό είναι. Μερικοί φιλελεύθεροι θα πουν ότι είναι καλύτερο να δίνει χρήματα από παροχές σε είδος γιατί έτσι σέβεται την επιλογή του καταναλωτή να διαλέξει πού θα ξοδέψει τους (περιορισμένους) πόρους του. Αυτές οι απόψεις αγνοούν ότι οι δημόσιοι θεσμοί έχουν έναν ρόλο που υπερβαίνει τους οικονομικούς υπολογισμούς.

Οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι υποδομές, όταν λειτουργούν καλά και για όλους, ενισχύουν την αίσθηση ότι έχουμε κοινά συμφέροντα και ανήκουμε στο ίδιο σύνολο. Ενισχύουν έναν υγιή πατριωτισμό. Ο Will Hutton, Αγγλος σοσιαλδημοκράτης διανοούμενος, έγραψε πρόσφατα ότι οι πιο φτωχοί Βρετανοί δεν εξοργίζονται τόσο από την ανισότητα, αλλά από την αδικία. Δεν ενοχλεί αν κάποιος βγάζει πολλά χρήματα, αλλά αν τα βγάζει με άδικο τρόπο. Οι κανόνες μετρούν. «Η αγάπη του κόσμου για το Εθνικό Σύστημα Υγείας είναι βαθιά ριζωμένη, όχι όμως επειδή είναι παράδειγμα σοσιαλισμού και ισότητας. Αλλά επειδή δείχνει με ποιον τρόπο μπορεί μια καλή κοινωνία να αντιμετωπίζει την κακιά τύχη της αρρώστιας». Το δικό μας ΕΣΥ, που είχε πολλά στραβά, δεν το φρόντισαν οι κυβερνήσεις της κρίσης.

Οπως δεν φρόντισαν έναν άλλο βασικό θεσμό της δίκαιης κοινωνίας, την ίδια τη Δικαιοσύνη. Τα μνημόνια απαιτούσαν αλλαγές ώστε να τελειώνουν πιο γρήγορα οι δίκες, και με μικρότερο κόστος για όλους. Παρά τις καλές προσπάθειες λίγων υπουργών, το πρόβλημα με τις ακριβές και ατέρμονες διαδικασίες γίνεται όλο και χειρότερο. Τώρα τελευταία προστέθηκε η αίσθηση ότι για τα μεγάλα ζητήματα η κυβέρνηση πιέζει τους δικαστές να βγάζουν αποφάσεις με πολιτικά κριτήρια. Μετά την γκεμπελική δίωξη του κ. Γεωργίου της ΕΛΣΤΑΤ, μετά τις τηλεοπτικές άδειες, όπου ευτυχώς το ΣτΕ αντιστάθηκε, έχουμε την υπόθεση των οκτώ Τούρκων αξιωματικών που θα κριθεί αύριο. Αν ο Αρειος Πάγος, παρά την εισήγηση τριών εισαγγελέων, αποφασίσει την έκδοσή τους, θα επικρατήσει η εντύπωση της συνδιαλλαγής με τον Ερντογάν. Θα έχει καταρρακωθεί η εικόνα του δικαστηρίου ως τελευταίου οχυρού για τους αδύναμους και τους ικέτες.

Αν μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν ενδιαφέρεται για τους δημόσιους θεσμούς, ποιος θα αναλάβει το έργο της ανασυγκρότησης; Η Ν.Δ. σήμερα προβάλλει, και σωστά, τις ανάγκες του ιδιωτικού τομέα. Κάποιος όμως πρέπει να στηρίξει και να κινητοποιήσει τους γιατρούς, τους νοσηλευτές, τους δικαστές και τους δασκάλους, που με πείσμα πασχίζουν να κρατήσουν όρθιες τις υπηρεσίες τους και να βοηθήσουν όσους έχουν ανάγκη. Τους έχουμε όλοι ανάγκη. Ας γίνει προτεραιότητα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s