Ο λάθος στόχος του χρέους

Το δημόσιο χρέος το έχει αναδείξει ο ΣΥΡΙΖΑ ως το βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη, και την μεγάλη προτεραιότητα για το 2015. Εχει υποβαθμίσει κάθε άλλον παράγοντα που διαιωνίζει την ανεργία και την ύφεση. Η επιμονή αυτή κάνει ζημιά, γιατί όταν ιεραρχείς λάθος, αφήνεις τα πιο σημαντικά άλυτα — για να μην πω οτι τα επιδεινώνεις αν δεν τα καταλαβαίνεις. Αν μάλιστα θες να μπείς σε μια δύσκολη διαπραγμάτευση όπου θα δαπανήσεις τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο, θα ρισκάρεις όλη την ρευστότητα της οικονομίας, θα ματαιωθούν επενδύσεις και θα κλείσουν εταιρίες, το να έχεις επιλέξει έναν δευτερεύοντα στόχο είναι (τουλάχιστο) εγκληματική αμέλεια.

Για να εξηγήσω το λάθος, αναδημοσιεύω ολοκληρο το κεφάλαιο 19 από το βιβλίο μου “Το Αόρατο Ρήγμα: Θεσμοί και Συμπεριφορές στην Ελληνική Οικονομία” (προειδοποίηση: είναι μεγάλο, 25 σελίδες βιβλίου).

Γράφτηκε το καλοκαίρι του 2013. Μέσα στο 2014 φάνηκε καθαρή βελτίωση στους δύο πιο βασικούς περιορισμούς (εξαγωγική δυνατότητα και τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων). Αλλά η ανευθυνότητα της “καθαρής εξόδου από το Μνημόνιο” (της κυβέρνησης) και των πρόωρων εκλογών (του ΣΥΡΙΖΑ)  μας πάνε ήδη πολύ πίσω. Ελπίζω η υπόθεση του χρέους να μην αποτελειώσει τις όποιες ελπίδες για ανάπτυξη αυτή την δεκαετία. 

19. Τα εμπόδια με τη σειρά τους

Ο δρόμος για την ανάκαμψη και την ανάπτυξη δεν είναι ίδιος σε κάθε κρίση και σε κάθε χώρα. Εξαρτάται από τους λεγόμενους ‘ενεργούς περιορισμούς’ (binding constraints) που ισχύουν στην συγκεκριμένη περίπτωση[i]. Αλλού το κύριο πρόβλημα είναι η χαμηλή καταναλωτική δαπάνη, αλλού η χαμηλή ανταγωνιστικότητα, αλλού η έλλειψη κεφαλαίων, κοκ. Σε κάθε περίπτωση, οι πολιτικοί πρέπει να κατανοήσουν ποιά είναι τα εμπόδια, και να αποφασίσουν πού θα ρίξουν το βάρος των προσπαθειών τους.

Για την Ελλάδα σήμερα οι ενεργοί περιορισμοί είναι πέντε ειδών:

  • η κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης
  • η περιορισμένη δυνατότητα για εξαγωγές (και για υποκατάσταση εισαγωγών)
  • η ασφυξία στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων
  • το μεγάλο βάρος του δημόσιου χρέους
  • η αβεβαιότητα για τους θεσμούς

Σχηματικά, η λογική των Μνημονίων ήταν να βελτιωθεί η δυνατότητα για εξαγωγές και για υποκατάσταση εισαγωγών, με περιορισμένη παρέμβαση στο δημόσιο χρέος, και με την ελάχιστη δυνατή επέκταση πιστώσεων στις επιχειρήσεις (ανακεφαλαίωση των τραπεζών για να μην χρεωκοπήσουν, αλλά τίποτε περισσότερο). Στο βαθμό που περνάει από το χέρι των εταίρων τα Μνημόνια προσπαθούσαν επίσης να εγγυηθούν και να στηριξουν σταθερούς θεσμούς (παραμονή στην ευρωζώνη, ανοικτές τράπεζες, συστήματα διοικητικής τεχνολογίας για προγραμματισμό των δαπανών και συλλογή των φόρων). Συχνά όμως οι βραχυπρόθεσμες δημοσιονομικές προτεραιότητες (για να αποπληρωθεί το δημόσιο χρέος) αποσταθεροποιούν τους θεσμούς (όπως, π.χ. με τον καταιγισμό των έκτακτων φορολογικών μέτρων). Για την εσωτερική ζήτηση τα Μνημόνια αποδέχονταν την συρρίκνωση ως αναγκαία, σε κάποιο βαθμό και ως επιθυμητή, αλλά δεν πρόβλεψαν το βάθος της ύφεσης, και δεν περιλαμβάνουν διόρθωτικά μέτρα για αυτό.

Η αντιμνημονιακή λογική, όσο και όταν είναι συγκροτημένη, ζητά τόνωση της εσωτερικής ζήτησης και μεγάλη ελάφρυνση του δημόσιου χρέους. Ρισκάρει με τους θεσμούς, τόσο σε σχέση με την ευρωζώνη, όσο και σε σχέση με την ελάχιστη αναγκαία συνέχεια του κράτους. Δεν έχει, από όσο γνωρίζω, καμμιά απόψη για τις εξαγωγές, και κατά μια εκδοχή επιδιώκει από την ΕΕ μόνιμη στήριξη για να υπάρχει έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο. Για το πιστωτικό σύστημα, μια εκδοχή ζητά με έμφαση την πλήρη τραπεζική ένωση στην ΕΕ[ii], που ίσως να φέρει περισσότερα κεφάλαια για τις εγχώριες επιχειρήσεις, αλλά οι περισσότεροι αντιμνημονιακοί δεν συμφωνούν με αυτό.

Η καλύτερη συνταγή θα ήταν αυτή που μπορεί να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα και τους πέντε περιορισμούς. Στον πραγματικό κόσμο δεν υπάρχει αυτή η πολυτέλεια. Για αυτό έχει σημασία να αξιολογήσουμε πόσο σημαντικός είναι ο κάθε περιορισμός, πόσο εφικτό είναι να αρθεί βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, τι δημόσιες πολιτικές συμβάλλουν σε αυτό, και ποιές πολιτκές μάχες πρέπει να κερδηθούν.

19.1 Η εσωτερική ζήτηση

Η εγχώρια ζήτηση διαμορφώνεται από διάφορους παράγοντες, αλλά ο πιο σημαντικός όσον αφορά στις δημόσιες πολιτικές είναι οι δημόσιες δαπάνες. Οταν το κράτος δαπανά περισσότερο από όσα εισπράττει από φόρους, δημιουργεί πρόσθετη ζήτηση, και όσοι πληρώνονται από τις δημόσιες δαπάνες, εφόσον ξοδεύουν τα χρήματα, δημιουργούν και αυτοί ζήτηση, κοκ. Οταν μειώνονται οι δημόσιες δαπάνες, χωρίς να μειωθούν ισόποσα οι φόροι, αφαιρείται ζήτηση από την οικονομία, και χάνονται εισοδήματα.

Το 2010 το κράτος βρέθηκε να πρέπει να περικόψει απότομα τις δαπάνες του, τουλάχιστο κατά 36 δις το χρόνο, γιατί τόσο είχε φτάσει να δανείζεται το 2009. Αν σταματούσε να πληρώνει τους τόκους, σε ξένους και έλληνες, θα εξοικονομούσε 12 δις. Τα άλλα 24 δις, που ήταν πάνω από το 10% του εθνικού εισοδήματος, θα έπρεπε να τα κόψει από μισθούς, επιδόματα, συντάξεις, αγορές υλικού και υπηρεσιών, ή επενδύσεις σε δημόσια έργα.

Η δανειακή σύμβαση που συμφωνήθηκε, με τις αναθεωρήσεις της, έδοσε στο κράτος τη δυνατότητα να περικόψει τις δαπάνες σταδιακά, σε ορίζοντα τριών ή τεσσάρων ετών, και να αναβάλλει την πληρωμή τόκων. Ζητούσε όμως στη συνέχεια, από το 2014, να έχει αρκετό πλεόνασμα το κράτος για να πληρώνει ορισμένους τόκους (πρωτογενές πλεόνασμα) και αργότερα να πληρώνει όλους τους τόκους και μέρος του κεφαλαίου του χρέους (κανονικό πλεόνασμα). Ζητούσε επίσης να αυξηθούν οι φόροι σημαντικά, για να μην πέσει όλη η προσαρμογή στη μείωση των δαπανών.

Η γρήγορη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος ήταν, χωρίς αμφιβολία, βασική αιτία για τη βαθειά ύφεση και την ανεργία. Βασική, αλλά όχι η μόνη, γιατί υπήρξαν και άλλες, όπως η αδυναμία των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν ακόμα και υγιείς επιχειρήσεις, και η γενική πολιτική αστάθεια που έδιωξε καταθέσεις έξω και πάγωσε επιχειρηματικά σχέδια.

Με τα σημερινά δεδομένα, έχει νόημα μια θετική πολιτική για την εγχώρια ζήτηση; Ναι, θεωρητικά. Αν με κάποιο τρόπο μπορούσαν να αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες ή να μειωθούν οι φόροι, το βραχυπρόθεσμο όφελος για τα εισοδήματα θα ήταν μεγάλο. Ενα πλεονέκτημα των δημόσιων δαπανών είναι οτι μπορούν να επιδράσουν γρήγορα με περίπου γνωστό τρόπο σε στοχευμένες περιοχές της οικονομίας. Αν, πχ, μπορούσε το κράτος να δίνει 200 ευρώ τον μήνα σε ένα εκατομμύριο άνεργους, χωρίς να περικόψει από αλλού και χωρίς να αυξήσει τους φόρους, το αποτέλεσμα θα ανακούφιζε αμέσως πολλούς φτωχούς, αλλά και θα έδινε δουλειά σε αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις.

Αλλά εδώ που βρισκόμαστε ούτε η ανάπτυξη ούτε καν η προσωρινή ανάκαμψη δεν μπορεί να στηριχτεί στην εγχώρια ζήτηση, για πολλούς λόγους.

Πρώτο, δεν υπάρχουν τα χρήματα. Θα πρέπει να πειστούν οι ευρωπαίοι εταίροι, ή κάποιοι άλλοι διεθνείς χρηματοδότες, όχι μόνο να αυξήσουν την χρηματοδότηση προς την Ελλάδα, αλλά ουσιαστικά να επιχορηγήσουν τις πρόσθετες δημόσιες δαπάνες. Τα δάνεια που βαραίνουν το δημόσιο είναι ήδη υπερβολικά ψηλά, και όλοι γνωρίζουν οτι δεν θα εξυπηρετηθούν ποτέ στο 100%. Κάθε παραπάνω χρηματοδότηση, ακόμα κι αν ονομαστεί δάνειο, θα είναι αγύριστη.

Ισως υπάρχουν περιθώρια για ένα σημαντικό πακέτο βοήθειας στην Ελλάδα, ένα νέο «σχέδιο Μαρσαλ», από ευρωπαϊκά ταμεία ή και ευρύτερα. Το σκεπτικό μπορεί να είναι επίκληση στην αλληλεγγύη, αλλά όχι μόνο. Πρέπει να συνδυάζεται με την προσδοκία οτι η βοήθεια θα ενισχύσει την ανάπτυξη, ώστε σε λίγα χρόνια να μην χρειάζεται κι άλλη βοήθεια, οτι η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας θα ωφελήσει όλους μέσα από το διεθνές εμπόριο, και οτι θα μπορεί το κράτος κάποτε να αποπληρώσει μεγαλύτερο μέρος του παλιού χρέους.

Η μεγάλη δυσκολία επομένως είναι να πεισθούν οι εταίροι για την μορφή και τα αποτελέσματα της βοήθειας. Ενα πακέτο δημοσίων δαπανών που ενισχύει την ζήτηση, αλλά όχι και την εξαγωγική ικανότητα της οικονομίας δεν θα πείσει, γιατί προσκρούει στο επόμενο πρόβλημα.

Δεύτερο, λοιπόν, ο ‘ενεργός περιορισμός’ του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα εξανεμίσει αμέσως τα θετικά αποτελέσματα της βοήθειας, αμέσως μόλις αυτή σταματήσει. Αν η βοήθεια πάει σε επιδόματα, και σε μικρά έργα βελτίωσης κτιρίων, όπως προτείνει μια σχετική μελέτη[iii], θα αυξήσει το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο όσο εισρέουν τα χρήματα, χωρίς να εχει βοηθήσει να υπάρξει αντίστοιχα μεγαλύτερο πλεόνασμα αργότερα. Απλώς μεταθέτει την φτώχια για τρία χρόνια.

Είναι διαφορετικό το πολιτικό σκεπτικό αν το ίδιο ποσό ζητηθεί για επενδύσεις που θα αυξήσουν τις εξαγωγές και θα υποκαταστήσουν εισαγωγές. Εκεί δεν θα δοθεί ως μια παροδική ανθρωπιστική βοήθεια, αλλά ως επένδυση στο μέλλον. Από πολιτική άποψη, μπορεί η Ελλάδα να διεκδικήσει και τα δύο; Ισως ναι, ίσως όχι. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία οτι από τα δύο, το δεύτερο είδος βοήθειας είναι προτιμότερο και για εμάς και για τους χρηματοδότες.

Βέβαια, μερικοί οραματίζονται ένα μόνιμο καθεστώς αυξημένης βοήθειας από έξω, αυτό που οι Γερμανοί ονομάζουν ‘μεταβιβαστική ένωση’ και το απορρίπτουν. Αυτό προϋποθέτει μια νέα αρχιτεκτονική των ευρωπαϊκών θεσμών, που όπως έγραψα προηγούμενα, θα αργήσει να πραγματοποιηθεί, και δεν μπορεί να είναι λύση για αυτήν εδώ την κρίση. Αν κάποτε έρθει η Ευρώπη της αλληλεγγύης, αμφιβάλλω αν η αλληλεγγύη θα έχει τέτοια μορφή.

Τρίτο, παρόλο που τα επιδόματα και τα μικρά έργα φαινομενικά έχουν άμεση απόδοση, τα πράγματα με την ελληνική διοίκηση δεν είναι τόσο απλά. Στο παράδειγμα του επιδόματος για ένα εκατομμύριο άνεργους, θα ήταν αδύνατο μέσα σε λίγους μήνες, με τις διοικητικές υποδομές και τις βάσεις πληροφοριών που υπάρχουν, να επιλεγούν οι πραγματικά άνεργοι δικαιούχοι. Είτε θα έμπλεκαν σε γραφειοκρατία που θα απέκλειε τους πιο πολλούς, είτε θα τα έπαιρναν δίκαιοι και άδικοι με περίπου τυχαία κριτήρια. Οσο για τα έργα, είτε θα έπρεπε να χαλαρώσουν πολυ οι διαδικασίες σχεδιασμού και ανάθεσης, με όλα τα επακόλουθα της εύκολης και γρήγορης διαφθοράς, είτε θα καθυστερούσαν όπως γίνεται πάντα. Δεν θέλω να πω οτι αυτό αναιρεί την κοινωνική αξία μιας τέτοιας πρότασης, αλλά σαφώς την μειώνει.

Τέταρτο, η εγχώρια ζήτηση που κατευθύνεται σε μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες συντηρεί δουλειές με χαμηλή παραγωγικότητα. Αυτό από μόνο του δεν είναι κακό σε περίοδο μεγάλης ανεργίας, αλλά δεν δημιουργεί δυναμική ανάπτυξης. Εχει σημασία να το καταλάβουμε αυτό, γιατί σε συζητήσεις ακούγονται κάποιες απόψεις με το ακόλουθο σκεπτικό: ‘Γιατί χρειαζόμαστε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις σε διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους; Δεν μπορούμε να βολευτούμε με σχετικά λίγα βιομηχανικά αγαθά, και να αναπτυχθούμε παρέχοντας υπηρεσίες μεταξύ μας, εκπαίδευση, περίθαλψη, ψυχαγωγία, φροντίδα;’.

Οχι, δεν μπορούμε, για τον εξής λόγο: Κατά κανόνα η καινοτομία είναι περισσότερη και η παραγωγικότητα αυξάνεται ταχύτερα στους κλάδους που είναι εκτεθειμένοι στον διεθνή ανταγωνισμό. Αν δεν διατηρούμε αρκετές επιχειρήσεις στους εμπορεύσιμους κλάδους, κάθε χρόνο που περνάει θα μένουμε όλο και πιο πίσω σε εθνικό προϊόν κατά κεφαλή σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο. Ας υποθέσουμε οτι σε κάποιο αρχικό στάδιο ισορροπούμε και έχουμε αρκετές εξαγωγές για να εισάγουμε τα βασικά, δηλαδή καύσιμα, φάρμακα, αυτοκίνητα, τρόφιμα, ρούχα, εκσκαφείς. Αν δεν αυξάνουμε την εξαγωγική μας παραγωγή σταθερά (σε απόλυτα μεγέθη, αν όχι και ως ποσοστό του ΑΕΠ), σε λίγα χρόνια θα υπάρχουν νέες ανάγκες που δεν θα μπορούμε να ικανοποιήσουμε. Οι εξαγωγές μας δεν θα επαρκούν για να φέρουμε καλύτερα ιατρικά μηχανήματα, φάρμακα νέας γενιάς, να αυξήσουμε την παραγωγή ενέργειας, να εγκαταστήσουμε νεότερη τεχνολογία εξοικονόμησης ενέργειας, να έχουμε πιο γρήγορα τρένα, και εκπαιδευτικά παχνίδια τελευταίας τεχνολογίας. Τα καταναλωτικά μας πρότυπα θα αποκλίνουν όλο και περισσότερο από του αναπτυγμένου κόσμου, και θα είμαστε όλο και περισσότερο σαν την Ανατολική Γερμανία, τον φτωχό συγγενή της Δυτικής στην μεταπολεμική περίοδο. Θα χρειάζεται το τείχος του Βερολίνου για να κρατήσει τους νέους στην ωραία πατρίδα.

Δεν υπάρχουν συνεπώς ούτε οι θεσμικές προϋποθέσεις, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ούτε οι οικονομικές ισορροπίες σε εγχώριο επίπεδο που να επιτρέπουν να κατασκευάσουμε, στα σοβαρά, σενάρια ανάκαμψης με ατμομηχανή την εγχώρια ζήτηση, και ιδίως την εγχώρια κατανάλωση. Η δημοσιονομική λιτότητα, με κάποια μορφή, είναι υποχρεωτική για τα ερχόμενα χρόνια.

Καλύτερη λιτότητα

Αλλά θα μπορούσε να είναι καλύτερη λιτότητα, δηλαδή με το ίδιο δημοσιονομικό ισοζυγιο (έλλειμμα ή πλεόνασμα) να διευκολύνει περισσότερο την ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα, και να είναι λιγότερο οδυνηρή για τους φτωχούς άμεσα.

Από τη σκοπιά της ανάπτυξης θα ήταν καλύτερα:

  • Αν το βάρος έπεφτε περισσότερο σε περικοπή δαπανών, παρά σε αύξηση φόρων. Ας σημειωθεί οτι από το 2009 ως το 2012, τα μεν έσοδα του κράτους αυξήθηκαν ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 5,8% (από 38,3% σε 44,1%), οι δε πρωτογενείς δαπάνες μειώθηκαν κατά 3,4% (από 48,8% σε 45,4%). Η περιστολή της ζήτησης έγινε δηλαδή κατά 63% από περισσότερους φόρους, και κατά 37% από λιγότερες δαπάνες. Η διεθνής εμπειρία δείχνει οτι η δημοσιονομική λιτότητα που στηρίζεται σε αύξηση φόρων επιφέρει βαθύτερη ύφεση από την λιτότητα που στηρίζεται σε περικοπές[iv]. Με δεδομένο οτι έπρεπε να πάμε σε πρωτογενές πλεόνασμα, διαλέξαμε, συνειδητά ή όχι, τη συνταγή εκείνη που θα έφερνε την περισσότερη ανεργία και φτώχεια.
  • Αν κόβονταν λιγότερο οι δημόσιες επενδύσεις και περισσότερο η δημόσια κατανάλωση. Από την μείωση των δαπανών, το ένα τρίτο οφείλεται σε περικοπή των δημοσίων επενδύσεων (από 4,5% σε 3,4% του ΑΕΠ), που ήταν ήδη πολύ μικρές.
  • Αν υπήρχαν λιγότερα έκτατα μέτρα και περισσότερα μόνιμου και διαρθρωτικού χαρακτήρα. Αντί για έκτακτες εισφορές κάθε είδους, μαζικές πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, περικοπές ακόμα και χαμηλών μισθών, και αναβολές πληρωμών, θα ήταν πολύ καλύτερα αν είχαμε οριστική κατάργηση άχρηστων θέσεων και οργανισμών και μόνιμη βελτίωση του μηχανισμού εισπράξεων. Η αδυναμία του ελληνικού κράτους να μειώσει τα ελλείμματα με μόνιμο και διαρθρωτικό τρόπο ήταν μια βασική αιτία που η τρόικα ήταν συνεχώς δύσπιστη για την πορεία του προγράμματος και επέμενε σε συμπληρωματικά μέτρα. Οι διαρθρωτικές αλλαγές θα έπειθαν περισσότερο για το μέλλον, και θα έδιναν στην ελληνική πλευρά μεγαλύτερη αξιοπιστία για να διεκδικήσει μια πιο αργή προσαρμογή.
  • Και τέλος, αν τα φορολογικά έσοδα είχαν αυξηθεί περισσότερο με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και όχι με νέους φόρους και έκτακτες εισφορές.

Η λιτότητα θα μπορούσε να είναι πολύ λιγότερο οδυνηρή για τους αδύναμους, με το ίδιο συνολικό επίπεδο δαπανών. Θα μπορούσαν να έχουν επιδόματα και συντάξεις περισσότεροι φτωχοί και περίθαλψη όλοι οι ανασφάλιστοι, αν γινόταν μια στοιχειώδης αναμόρφωση του κοινωνικού κράτους στα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα [v].

Και τα δύο, ανάπτυξη και αλληλεγγύη, εμποδίζονται σε συνθήκες λιτότητας από τις γνωστές παθογένειες του κράτους. Προστατεύει περισσότερο τα πολιτικά ισχυρά μεσοαστικά επαγγέλματα και τους δικούς του υπαλλήλους παρά τους φτωχούς. Και έχει μια διοίκηση που δεν μπορεί να σχεδιάσει και να υλοποιήσει γρήγορα την αναδιάταξη δαπανών, την βελτίωση των μηχανισμών είσπραξης, και τις επενδύσεις. Κανένα από τα κοινοβουλευτικά κόμματα, δεξιά και αριστερά, δεν δίνει προτεραιότητα για να αλλάξουν αυτά. Ισως έχουμε τη λιτότητα που μας αξίζει.

19.2 Η εξαγωγική ικανότητα

Το 2010 δεν βρέθηκε μόνο το κράτος σε κατάσταση ‘ξαφνικής διακοπής’ της χρηματοδότησης, βρέθηκε και ο ιδιωτικός τομέας. Μέχρι εκείνη την στιγμή, πολλοί οικονομολόγοι πίστευαν οτι σε μια νομισματική ένωση δεν έχει καμμία σημασία αν ο ιδωτικός τομέας μιας χώρας δανείζεται πολύ ή λίγο από το εξωτερικό, αρκεί η νομισματική ένωση στο σύνολο της να είναι περίπου ισοσκελισμένη. Στο εσωτερικό της ένωσης, δεν πειράζει αν οι περισσότερες ελληνικές τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά, κτλ, χρωστάνε σε ξένους, και αν οι περισσότερες φινλανδικές τράπεζες, κτλ, δανείζουν σε ξένους. Θα ήταν το ίδιο όπως οι μισές ελληνικές τράπεζες να δανείζουν τις άλλες μισές.

Στην πραγματικότητα, μόλις ο μεγαλύτερος οικονομικός παίκτης της Ελλάδας, δηλαδή το κράτος, αποδείχθηκε αφερέγγυος, αμέσως έχασαν την φερεγγυότητά τους οι ελληνικές τράπεζες και οι ελληνικές εισαγωγικές επιχειρήσεις. Οι ξένοι δανειστές, κάθε είδους, είδαν την εθνική οικονομία ως ένα αλληλένδετο σύνολο. Οι παίκτες του ιδιωτικού τομέα, και κυρίως οι τράπεζες, που στήριζαν την λειτουργία τους σε πιστώσεις από έξω είδαν να διακόπτεται ξαφνικά και η χρηματοδότηση προς αυτούς. Ενας μεγάλος βιομηχανικός καταναλωτής πετρελαίου, για παράδειγμα, δεν μπορούσε πια ούτε να έχει εμπορική πίστωση από έξω για να φέρει το πετρέλαιο, ούτε να ζητήσει πρόσθετο δάνειο από ελληνική τράπεζα για τον ίδιο λόγο, αφού και η τράπεζα είχε χάσει τους δικούς της πιστωτές.

Μόνο δύο τρόποι υπάρχουν για να ξεφύγει μια εθνική οικονομία από αυτό το αδιέξοδο. Ο ένας είναι να πιστέψουν οι ξένοι πιστωτές οτι ορισμένοι εγχώριοι παίκτες είναι αρκετά φερέγγυοι, και να αρχίσουν να τους χρηματοδοτούν ανεξάρτητα από τα προβλήματα του κράτους. Ο άλλος είναι να αρχίσει ο ιδιωτικός τομέας στο σύνολο του να παράγει πλεόνασμα με το εξωτερικό, δηλαδή να μην χρειάζεται κάθε χρόνο, ή κάθε μήνα, πρόσθετη χρηματοδότηση απ’ εξω. Αναφέρομαι, προφανώς, στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα, όχι σε κάθε επιχείρηση χωριστά.

Ο πρώτος τρόπος αφορά μόνο στις τράπεζες και σε πολύ λίγες μεγάλες επιχειρήσεις. Μόνο αυτές, και μόνο με πολύ ειδικές προϋποθέσεις, μπορούν να βγουν στη διεθνή αγορά χρήματος και να ζητήσουν πιστώσεις. Το σενάριο αυτό το σχολιάζω πιο κάτω.

Ο βασικός όμως τρόπος είναι να αρχίσουμε να έχουμε εμπορικό πλεόνασμα με τον υπόλοιπο κόσμο. Τα χρήματα που εισρέουν από τις εξαγωγές, και που πηγαίνουν σε μισθούς, σε πληρωμές προμηθευτών, και σε καταθέσεις στις τράπεζες να είναι συνολικά περισσότερα από τα χρήματα που εκρέουν για εισαγωγές. Οσο αυξάνονται οι εξαγωγές, τόσο θα αυξάνεται και η εσωτερική ζήτηση, η δυνατότητα του κράτους να εισπράξει φόρους, η δυνατότητα να γίνουν και περισσότερες εισαγωγές, κοκ. Ο μηχανισμός αυτός είναι ‘ενάρετος κύκλος’, σε αντίθεση με τη στρατηγική που ξεκινά από την εσωτερική ζήτηση και που μπλοκάρει αμέσως σε χρηματοδοτικούς περιορισμούς.

Περίπου ισοδύναμη αξία με την αύξηση των εξαγωγών έχει η υποκατάσταση των εισαγωγών, δηλαδή αντί να εισάγουμε λεμόνια από την Αργεντινή, να αγοράζουμε ελληνικά. Από μακροικονομική άποψη οι δύο διαδικασίες έχουν το ίδιο αποτέλεσμα, δηλάδη ψηλότερο εθνικό εισόδημα, καλύτερο εμπορικό ισοζύγιο, περισσότερη εγχώρια απασχόληση. Στις επόμενες παραγράφους, για λόγους οικονομίας του κειμένου, η ‘αύξηση εξαγωγών’ περιέχει και την υποκατάσταση εισαγωγών. Ας σημειωθεί όμως οτι δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Οι επιχειρήσεις που εξάγουν έχουν συνήθως περισσότερες δεξιότητες και μεγαλύτερη δυνατότητα για ακόμα μεγαλύτερη ανάπτυξη στο μέλλον από αυτές που απλώς καταφέρνουν να ανταγωνιστούν τους ξένους στην εγχώρια αγορά.

Είτε μπεί η χώρα στον ενάρετο κύκλο των εξαγωγών, είτε όχι, από τη στιγμή που για διάφορους λόγους παύουν να έρχονται ξένα κεφάλαια (είτε ως δάνεια είτε ως επενδύσεις), το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο θα κλείσει. Αυτό δεν είναι θέμα επιλογής. Η επιλογή είναι μόνο στον τρόπο που θα επέλθει η μείωση του ελλείμματος: αν το έλλειμμα θα κλείσει προς τα κάτω, με μεγάλη πτώση των εισοδήματων και των εισαγωγών, ή προς τα πάνω, με αύξηση εξαγωγων και υποκατάσταση εισαγωγών. Οι εναλλακτικοί τρόποι για να κλείσει είναι οι εξής τέσσερεις: η μαζική φτώχεια, η έξοδος από το ευρώ και υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος, η μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας, και τέλος η λεγόμενη ‘εσωτερική υποτίμηση’. Ο μικρός αυτός κατάλογος είναι κοινός τόπος μεταξύ των οικονομολόγων, είτε είναι φιλελεύθεροι είτε είναι σοσιαλιστές. Αυτές είναι οι επιλογές, και δεν υπάρχουν άλλες.

Μέχρι τώρα μας έχει προκύψει η μαζική φώχεια. Επειδή δεν αυξήθηκαν αρκετά γρήγορα οι εξαγωγές για να αντισταθμίσουν την απώλεια της εγχώριας ζήτησης, οι επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά, το δημόσιο δεν είχαν χρήματα για να αγοράσουν εισαγόμενα προϊοντα που μέχρι χτες τα είχαμε δεδομένα: φάρμακα, πετρέλαιο, αυτοκίνητα, ρούχα.

Στις άλλες προβληματικές χώρες της ευρωζώνης, η αντίδραση της οικονομίας ήταν πολύ ταχύτερη. Από το 2007 ως 2012, στην Ιρλανδία οι εξαγωγές αυξήθηκαν μέσα στην κρίση κατά 14% του ΑΕΠ, στην Πορτογαλία 6% και στην Ισπανία 5%. Σε εμάς μειώθηκαν οριακά. Οι εισαγωγές μειώθηκαν μόλις κατά 2-3% του ΑΕΠ σε Ισπανία και Πορτογαλία, και αυξήθηκαν λίγο στην Ιρλανδία. Σε εμάς έπεσαν κατακόρυφα, κατά 12% του ΑΕΠ[vi]. Πέφτοντας οι εισαγωγές, έχασαν τη δουλειά τους όσοι ζούσαν από αυτές, κυρίως στο εμπόριο.

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει η συγκριτική μας υστέρηση, αν οι εξαγωγές μας είχαν αντιδράσει στη λιτότητα όπως στην Ιρλανδία, το εθνικό μας εισόδημα θά ήταν το 2012 κατά περίπου 20 δις μεγαλύτερο από αυτό που ήταν (+10%). Αν είχαμε πιο μέτρια επίδοση, όπως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, πάλι θα το εθνικό εισόδημα θα ήταν κατά 9 δις περισσότερο, και το κράτος θα είχε τουλάχιστο 3 δις περισσότερα έσοδα. Οσο δηλαδή επιδιώκει να εισπράξει από το χαράτσι ή όσο θα περικοπούν οι συντάξεις το 2013.

Γιατί αντιδρά τόσο αργά η δική μας οικονομία; Η εσωτερική υποτίμηση (δηλαδή η πτώση των ονομαστικών μισθών) άργησε να εφαρμοστεί, και έγινε σημαντική για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις μόνο προς το τέλος του 2012. Αλλά δεν ήταν αυτός ο κύριος λόγος. Πιο σοβαρές είναι οι διαρθρωτικές αδυναμίες που έχουν αναλυθεί στο προηγούμενο κεφάλαιο. Στο παρελθόν, δεν αφήσαμε να στεριώσει στη χώρα ο τύπος των επιχειρήσεων που θα μπορούσαν τώρα να ωφεληθούν από την κρίση και να μας βγάλουν γρήγορα από αυτήν.

Αν είχαμε βιομηχανικές επιχειρήσεις ακόμα ζωντανές και αρκετά μεγάλες, το μειωμένο εργατικό κόστος θα ήταν αρκετή αιτία για να προσλάβουν δεύτερη βάρδια και να πουλήσουν πιο πολύ. Αν είχαμε επιχειρηματική γεωργία, οι εργοδότες θα μπορούσαν να βρουν εργάτες, να νοικιάσουν μερικά στρέμματα ακόμα, και να εξάγουν. Αν ο τουρισμός μας δεν ήταν μόνο καλοκαιρινός, θα έρχονταν περισσότεροι τουρίστες την άνοιξη στις πόλεις και στα βουνά, αξιοποιώντας τις φθηνές προσφορές. Αν κάναμε εξαγωγή επιστημονικών υπηρεσιών, το μειωμένο κόστος της ανθρωποώρας θα μας έδινε αμέσως νέο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Δεν είχαμε προετοιμάσει τίποτε από αυτά. Ο θερινός τουρισμός πιάνει ταβάνι κάθε Αύγουστο και δεν μπορεί να δεχτεί πολύ περισσότερους επισκέπτες στις υπάρχουσες μονάδες. Η ναυτιλία είναι εξωχώρια και δεν έχει να ωφεληθεί από την εσωτερική υποτίμηση. Τίποτε άλλο δεν υπάρχει σε σημαντικά μεγέθη για να κατακτήσει γρήγορα μεγαλύτερο μερίδιο στη διεθνή αγορά. Συνεπώς, θα πρέπει να δημιουργηθούν από το μηδέν νέες δραστηριότητες. Αυτό χρειάζεται χρόνο.

Για να γίνει πιο γρήγορα η προσαρμογή μερικοί σοβαροί οικονομολόγοι, κυρίως απο την Αμερική, πρότειναν από το 2010 στην Ελλάδα να βγεί από την ευρωζώνη, και να υποτιμήσει το νέο της νόμισμα. Στη θεωρία, η νομισματική υποτίμηση φέρνει μια γρήγορη αύξηση της ανταγωνιστικότητας, και μια βελτίωση στο εξωτερικό ισοζύγιο, χωρίς να χρειάζονται άλλου είδους περίπλοκες εσωτερικές διεργασίες – ούτε να μειωθούν οι ονομαστικοί μισθοί και οι τιμές εκφρασμένες στο εγχώριο νόμισμα, ούτε να βελτιωθεί η τεχνολογία και η οργάνωση των επιχειρήσεων, ούτε να μειωθεί η γραφειοκρατία και η διαφθορά.

Φυσικά, αν δεν υπάρχουν έτοιμες επιχειρήσεις για να ωφεληθούν, η νομισματική υποτίμηση δεν μπορεί να επιδράσει γρήγορα στις εξαγωγές. Επιπλέον, το τίμημα της υποτίμησης είναι ότι τα εισαγόμενα προϊόντα γίνονται αμέσως πολύ ακριβότερα, ο πληθωρισμός ψηλότερος, η πραγματική αγοραστική δύναμη των μισθών και των καταθέσεων μειώνεται. Αν στη συνέχεια η οικονομική πολιτική είναι σωστή, η ανεργία θα συρρικνωθεί, οι εξαγωγικές επιχειρήσεις σταδιακά θα βελτιώνουν την παραγωγικότητα τους, και τελικά όλοι μετά από μερικά χρόνια θα είναι σε καλύτερη θέση. Αν όμως η οικονομική πολιτική είναι χαλαρή, με ψηλά δημόσια ελλείμματα, η χώρα θα μπεί σε έναν φαύλο κύκλο ψηλού πληθωρισμού, χαμηλών πραγματικών μισθών, μηδενικών επενδύσεων, και περισσότερης φτώχειας. Οσοι μας συμβούλευαν να πάμε στη δραχμή, προφανώς θεωρούσαν οτι θα πάμε με την σωστή πολιτική, με δημοσιονομική πειθαρχία και θεσμούς φιλικούς προς τις επενδύσεις. Κάτι σαν τη Σουηδία του νότου.

Επιλέξαμε να μείνουμε στην ευρωζώνη. Στο πλαίσιο αυτό για να ξεφύγουμε από τη μαζική φτώχεια και για να αυξήσουμε τις εξαγωγές, χρειάζεται είτε η εσωτερική υποτίμηση, είτε η δημιουργία πολλών νέων επιχειρήσεων με ψηλή παραγωγικότητα σε εμπορεύσιμους κλάδους. Προφανώς είναι προτιμότερο το δεύτερο, αλλά είναι πιο δύσκολο και χρειάζεται περισσότερο χρόνο. Οσο δεν το πετυχαίνουμε, τόσο η διολίσθηση σε ‘μισθούς Βουλγαρίας’ θα είναι μονόδρομος.

Σε καμμιά ελλειμματική χώρα δεν μπορεί να αντιδράσει ακαριαία η οικονομία όταν κοπεί ξαφνικά ο εξωτερικός δανεισμός. Μεσολαβεί πάντα ένα διάστημα ύφεσης και ανεργίας μέχρι οι επιχειρήσεις που υπάρχουν να μπορέσουν να κατακτήσουν νέες αγορές, και μέχρι να γίνουν επενδύσεις, να ιδρυθούν νέες επιχειρήσεις και να παραχθούν νέα προϊόντα. Σε τέτοιες καταστάσεις η πολιτική έχει να αντιμετωπίσει τρεις προκλήσεις: πως θα γίνει πιο γρήγορα η προσαρμογή, πώς θα είναι λιγότερο οδυνηρή στο μεσοδιάστημα, και πώς η νέα δομή της οικονομίας θα έχει ψηλή παραγωγικότητα για να δίνει καλά εισοδήματα στο μέλλον.

Οταν αυτά τα ζητήματα είναι τόσο θεμελιακά για τη ζωή όλων των Ελλήνων, για τη φτώχεια, την ανεργία, για το μέλλον των παιδιών και τις συντάξεις των μεγάλων, είναι εξοργιστικό πόσο λίγο εμφανίζονται στο δημόσιο διάλογο. Παθιάζονται στα κανάλια με το χαράτσι, τη λιτότητα και την τρόικα, αλλά δεν λένε κουβέντα για την παραγωγή, τις εισαγωγές και τις εξαγωγές. Ισως επειδή εδώ δεν υπάρχουν προφανείς ένοχοι και ήρωες και το θέμα δεν προσφέρεται για δημαγωγία. Το πολύ πολύ να κάνουν ρεπορταζ για κανέναν εξαγωγέα που περιμένει δυό χρόνια για την επιστροφή ΦΠΑ, αλλά το θέμα δεν συγκινεί.

Ολοι οι σημαντικοί ξένοι οικονομολόγοι που ασχολήθηκαν με την Ελλάδα, ο Krugman, o Stiglitz, o Rodrik, o Hausman, o Gros, επιμένουν στο πρόβλημα του εξωτερικού εμπορίου[vii]. Το ίδιο και οι έλληνες οικονομολόγοι στις διευθύνσεις μελετών των τραπεζών και στα ερευνητικά ιδρύματα. Οι επισημάνσεις τους περνάνε στα ψιλά του δημόσιου λόγου. Αντί για αυτούς, το ενδιαφέρον το μονοπωλούν οι απίθανοι πολιτευτές-οικονομολόγοι, που είτε ψάχνουν να βρουν σε ποιούς εξωχώριους παράδεισους έχουν κρύψει τον θησαυρό οι τοκογλύφοι των αγορών, είτε επινοούν απίθανα σενάρια για να αναλάβουν την διατροφή μας οι Γερμανοί.

 

Ομως χωρίς κατάλληλο πολιτικό περιβάλλον και δημόσιες πολιτικές, οι εξαγωγές θα αυξηθούν πολύ αργά, και θα στηρίζονται περισσότερο στο χαμηλό κόστος παρά στην ποιότητα και την παραγωγικότητα. Μέχρι τώρα, το κύριο βάρος της δημόσιας πολιτικής για την ενίσχυση των εξαγωγών έχει πέσει στην εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή στη μείωση των μισθών. Η μείωση, τώρα πια, είναι σημαντικότατη για τους εμπορεύσιμους κλάδους. Ομως μερικά άλλα στοιχεία κόστους των επιχειρήσεων έχουν αυξηθεί, όπως αρκετοί φόροι και τέλη, καθώς και η ενέργεια και άλλες εισαγόμενες εισροές. Ισχύουν δε ακόμα πολλά, και παράλογα, εμπόδια για νέες επενδύσεις, και για γενικότερα για την ανταγωνιστικότητα. Θάπρεπε, αν είχαμε καταλάβει πόσο κρίσιμες είναι οι εξαγωγές, να βλέπουμε κάθε μέρα διαμαρτυρίες για αυτά που δεν γίνονται για να τις ενισχύσουμε.

Για παράδειγμα, ο χειρότερος φόρος μέσα στην κρίση δεν είναι στα ακίνητα, ούτε στο πετρέλαιο θέρμανσης, είναι οι ασφαλιστικές εισφορές που κρατάν ακριβό το κόστος εργασίας για την επιχείρηση ενώ ο εργαζόμενος παίρνει πολύ λιγότερα[viii]. Οταν τα τρία μεγαλύτερα προβλήματα είναι η ανεργία, η φτώχεια των χαμηλόμισθων και οι περιορισμένες εξαγωγές, το να φορολογείς ακριβά την εργασία είναι έγκλημα – γιατί περί φορολογίας πρόκειται. Το Μνημόνιο προβλέπει κάποια μείωση στις εισφορές, αλλά θα έπρεπε να γίνει νωρίτερα και περισσότερη. Αυτή είναι η πολιτική της ‘δημοσιονομικής υποτίμησης[ix], που θα μπορούσε να δώσει σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη με αυξημένη απασχόληση. Δεν εφαρμόζεται, γιατί ούτε οι πολιτικοί ούτε η τρόικα θέλουν να ελαττώσουν τα συνολικά έσοδα του κράτους, και γιατί οι διαμαρτυρίες στον δημόσιο λόγο είναι για τους άλλους φόρους, όχι για αυτόν. Ωστε αν υπάρξει περιθώριο για φορολογικές ελαφρύνσεις, αυτές θα αρχίσουν από αλλού. Σχεδόν κανένας δεν έχει κάνει σημαία την απασχόληση στις παραγωγικές, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.

Σε μια προσεκτική πρόσφατη μελέτη της Διεύθυνσης Μελετών της Εθνικής Τράπεζας παρουσιάζονται σενάρια για την ανάπτυξη μέσω εξαγωγών[x]. Σύμφωνα με αυτά, οι εξαγωγές μπορούν να αποδόσουν ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ από 2,1% μέχρι 4,4% το 2015-2016, και μείωση της ανεργίας σε 22% ή σε 19% το 2016, ανάλογα με τις υποθέσεις. Είναι η καλύτερη ρεαλιστική προοπτική που έχουμε, αν δεν την τορπιλίσουμε.

19.3 Οι άλλοι περιορισμοί

Ξαναγυρνώντας στον κατάλογο των ‘ενεργών περιορισμών’, είναι σαφές από τα παραπάνω οτι η εξαγωγική δυναμικότητα είναι ο πιο κρίσιμος και ενεργός από όλους. Πόσο εύκολα και γρήγορα θα αρθεί αυτός ο περιορισμός εξαρτάται, σε κάποιο βαθμό, και από τους επόμενους τρεις.

Χρηματοδότηση των επιχειρήσεων

Σήμερα οι εγχώριες τράπεζες δεν έχουν διαθέσιμα κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν νέες επιχειρήσεις, ούτε να αυξήσουν τις πιστώσεις σε αυτές που είναι φερέγγυες και θέλουν να αυξήσουν τις πωλήσεις τους. Η ανακεφαλαιοποίηση που έγινε το 2013 ήταν ίσα ίσα αρκετή για να μην θεωρούνται οι τράπεζες χρεωκοπημένες με βάση το επίπεδο δανείων που έχουν ήδη δώσει, αλλά τα κεφάλαια τους δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να δώσουν περισσότερα δάνεια. Για να χρηματοδοτήσουν νέες δραστηριότητες πρέπει είτε να πάρουν πίσω δάνεια από τους προηγούμενους οφειλέτες, είτε να προσελκύσουν περισσότερες καταθέσεις και περισσότερα δανειακά κεφάλαια από έξω.

Οι προηγούμενοι οφειλέτες δυσκολεύονται να αποπληρώσουν τα δάνεια στις τράπεζες. Είναι νοικοκυριά με στεγαστικά και καταναλωτικά, και επιχειρήσεις με κεφάλαια κίνησης, που εξαιτίας της ύφεσης έχουν τα δικά τους προβλήματα. Τα αποπληρώνουν σιγά σιγά, όσοι μπορούν, και οι υπόλοιποι ζητάν διακανονισμούς και επιμήκυνση. Με την διαδικασία αυτή, οι πιστώσεις για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις απελευθερώνονται με το σταγονόμετρο.

Νέα κεφάλαια από καταθέσεις μπορεί να έρθουν, από τα στρώματα ή από έξω, αλλά μόνο σταδιακά, όταν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη οτι οι καταθέσεις θα είναι ασφαλείς. Συνεπώς, αν δεν υπάρξει κάποια μεγάλη διεθνής πρωτοβουλία, η χρηματοδότηση από τις τράπεζες θα συνεχίσει να είναι εξαιρετικά σφικτή στο ορατό μέλλον.

Ποιά θα μπορούσε να είναι η μεγάλη πρωτοβουλία; Μια περίπτωση θα ήταν να εξαγοραστεί μια μεγάλη εγχώρια τράπεζα από κάποια πολύ μεγάλη ευρωπαϊκή, που θα θελήσει να επεκταθεί δυναμικά στην ελληνική αγορά. Είναι προφανώς πολύ δύσκολο να γίνει αυτό, με τις σημερινές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Ισως θα ήταν πιο εύκολο πριν από την ανακεφαλαιοποίηση, αν αυτή είχε γίνει με διαφορετικούς όρους, που όμως δεν τους ήθελε η ελληνική κυβέρνηση. Τώρα η ευκαιρία ίσως ξαναέρθει σε μερικά χρόνια. Είναι σημαντικό τότε η κυβέρνηση να το επιδιώξει ενεργά.

Η άλλη περίπτωση θα ήταν ένα πρόγραμμα βοήθειας στοχευμένο ειδικά στη χρηματοδότηση παραγωγικών επιχειρήσεων, δηλαδή ένα ‘σχέδιο Μάρσαλ’, με προσανατολισμό την εξωστρέφεια. Αυτό θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό στην Ευρώπη, αν οι εταίροι πιστέψουν οτι η βοήθεια πραγματικά θα πιάσει τόπο, ώστε σε λίγα χρόνια να μην χρειάζεται κι άλλη βοήθεια. Σε μακροοικονομικό επίπεδο υπάρχουν αναλύσεις που δείχνουν οτι τα αποτελέσματα μπορούν να είναι εντυπωσιακά. Η μελέτη της Εθνικής Τράπεζας προβλέπει οτι μια πρόσθετη χρηματοδότηση για επιχειρηματικές επενδύσεις της τάξης των 20 δισ. σε τρία χρόνια μπορεί να αυξήσει, μέσα από εξαγωγές, το ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ κατά περίπου 2% σε ετήσια βάση. Η προοπτική αυτή δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο κανέναν πολιτικό.

Αλλά θα πρέπει η Ελλάδα να δείξει οτι τα κεφάλαια μπορούν πράγματι να αξιοποιηθούν για επιχειρηματικές επενδύσεις. Οτι δεν θα μπλέξουν στη γραφειοκρατία, δεν θα σκαλώνουν σε άδειες, σε τοπικές αντιδράσεις, σε δικαστικές διαμάχες, και όλα τα συναφή. Τα γνωστά εμπόδια δηλαδή. Μόνο που τώρα πια, με την ανεργία που μαστίζει, τα εμπόδια γίνονται έγκλημα.

Παρόλο που η χρηματοδότηση είναι μεγάλος περιορισμός, δεν είναι αξεπέραστος. Εχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις χωρών που βγήκαν από βαθειά ύφεση και σε τροχιά ανάκαμψης ενώ οι πιστωσεις συνέχιζαν να συρρικνώνονται[xi]. Η ανάκαμψη θα είναι πιο αργή, αλλά μπορεί να έρθει.

Δημόσιο χρέος

Το δημόσιο χρέος είναι περιορισμός για την ανάπτυξη με δυό τρόπους. Η αποπληρωμή του αφαιρεί πόρους που θα μπορούσαν να πάνε στις επιχειρήσεις, στα νοικοκυριά, ή στις κοινωνικές υπηρεσίες, και να ενισχύσουν είτε την παραγωγική ικανότητα είτε την εγχώρια ζήτηση. Αλλά το χρέος δεν έχει ακόμα επιβαρύνει την ελληνική οικονομία με αυτόν τον άμεσο τρόπο, γιατί δεν έχουμε αρχίσει ακόμα να πληρώνουμε τόκους και χρεωλύσια από τους πόρους του κράτους. Θα την επιβαρύνει απο το 2014, αν και όταν ο κρατικός προϋπολογισμός έχει σταθερό πρωτογενές πλεόνασμα.

Ο άλλος τρόπος είναι έμμεσος. Οταν το δημόσιο χρέος είναι τόσο μεγάλο ώστε οι αναλυτές να εκτιμούν οτι δεν μπορεί να αποπληρωθεί κανονικά, τότε ενισχύεται η αβεβαιότητα για την ελληνική οικονομία: μήπως θα υπάρξει κάποια άτακτη χρεωκοπία τα επόμενα χρόνια; Ο κίνδυνος αυτός αποθαρρύνει τις επενδύσεις και τον δανεισμό όχι μόνο προς το κράτος, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα.

Ο περιορισμός του δημόσιου χρέους είναι μεν σημαντικός, αλλά όχι τόσο άμεσα ενεργός όσο η πιστωτική ασφυξία των επιχειρήσεων, ούτε τόσο θεμελιακός όσο η εξαγωγική ικανότητα. Ετσι δεν δικαιολογείται το βάρος που έχει αποκτήσει στον δημόσιο διάλογο, σε σύγκριση με τους προηγούμενους περιορισμούς.

Θα είναι πολύ καλό να μειωθεί το χρέος, αν αυτό μπορεί να γίνει χωρίς ‘μάχες’ και απειλές και αστάθεια που θα διώξει καταθέσεις, θα κλονίσει τράπεζες, θα αποτρέψει επενδύσεις, θα κλείσει επιχειρήσεις. Αλλά το μέγεθος του χρέους έχει πάρει μεγάλη συμβολική πολιτική αξία, και αυτό είναι επικίνδυνο. Είναι βολικός μπαμπούλας για τους λαϊκιστές, για να χρεώνουν σε αυτό την φτώχεια και την ανεργία, και να κατηγορούν την κυβέρνηση που δεν δίνει μάχες για να διαγραφεί τώρα. Αν κάποτε μια επόμενη κυβέρνηση κάνει σημαία την διαγραφή του χρέους, χωρίς να υπολογίσει τους πιο σημαντικούς περιορισμούς, μπορεί να κάνει μεγάλη ζημιά.

Θεσμική αβεβαιότητα

Οι θεσμοί ήταν πάντα μεγάλο εμπόδιο για την ανάπτυξη των παραγωγικών κλάδων. Αλλά ο ενεργός περιορισμός σήμερα δεν είναι τόσο η κακή ποιότητα των θεσμών, όσο η αβεβαιότητα για μερικά πολύ βασικά.

  • Θα παραμείνουμε στην ευρωζώνη;
  • Πως θα είναι, σε γενικές γραμμές, οι φόροι σε δύο ή σε πέντε χρόνια; Μέσα σε τρία χρόνια, η νομοθεσία έχει αλλάξει πάρα πολλές φορές, όχι σε λεπτομέρειες αλλά σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις. Πότε με ενιαία κλίμακα για όλες τις πηγές, πότε με διαφορετικές κλίμακες για κάθε πηγή, πότε με το βάρος στα διανεμόμενα κέρδη και πότε στα αδιανέμητα, πότε με τα τετραγωνικά του κάθε ακινήτου και πότε με το σύνολο της περιουσίας, πότε με αποδείξεις και πότε όχι, ένα ατελείωτο γαϊτανάκι που όμοιο του δεν πρέπει νά έχει συμβεί στην Ευρώπη από την εποχή που νοικιάζανε τους φόρους στους κοτζαμπάσηδες.
  • Θα ισχύσουν οι συμβάσεις του κράτους με τους επενδυτές των αποκρατικοποιήσεων; Η απειλή και μόνο οτι μια επόμενη κυβέρνηση θα προβεί σε δήμευση δεν αποθαρρύνει μόνο τις συγκεκριμένες επενδύσεις. Είναι τόσο ξένη προς τον νομικό πολιτισμό της Ευρώπης που αποθαρρύνει κάθε εισροή ιδιωτικού κεφαλαίου στη χώρα.
  • Μέχρι πού θα φτάσει η πρακτική να αποδίδονται οι ποινικές και αστικές ευθύνες σε προσώπα, όχι επειδή ενήργησαν με δόλο ή βαρειά αμέλεια, αλλά επειδή η επιχείρηση που διοικούν δεν μπορεί να αποπληρώσει τα χρέη της; Ηδη σήμερα οι ευθύνες που τους αποδίδονται είναιπέρα την νόρμα κάθε δυτικής χώρας.

Μεγάλη ευθύνη για την αβεβαιότητα στα φορολογικά και για την ποινικοποίηση του επιχειρείν, έχουν η κυβέρνηση και η τρόικα. Μεγάλη ευθύνη έχει και η αντιπολίτευση για τις ανερμάτιστες απειλές που εξαπολύει διαρκώς απέναντι σε επενδυτές, επιχειρηματίες και στους πιστωτές της χώρας.

Σε τέτοιο περιβάλλον μπορούν να λειτουργήσουν μόνο λίγα είδη επιχειρήσεων. Αυτές που έχουν ισχυρή πρόσβαση στην εξουσία, και είναι στο απυρόβλητο – συνήθως πρόσβαση διαφθοράς. Αυτές που έχουν μικρής αξίας εγκαταστάσεις μέσα στη χώρα, και μπορούν να μετακομίσουν εύκολα. Αυτές που μοιάζουν με χιλιάδες άλλες, μικρές και παραδοσιακές, για μπορούν να αμυνθούν συλλογικά. Αλλά όχι αυτές που χρειάζονται σημαντικό εξοπλισμό, μέγεθος, ή διάρκεια για να αποδόσουν.

Η θεσμική αβεβαιότητα σε αυτά τα βασικά είναι άμεσος, πραγματικός, ενεργός περιορισμός.

19.4 Οι προτεραιότητες

Οπως έγραψα στην αρχή του κεφαλαίου, η καλύτερη πολιτική θα ήταν αυτή που μπορεί ταυτόχρονα να ενισχύσει και την εγχώρια ζήτηση και τις εξαγωγές, να φέρει χρηματοδότηση για τις επιχειρήσεις, να διαγράψει δημόσιο χρέος, και να εγγυάται θεσμική σταθερότητα. Τέτοια πολιτική στον πραγματικό κόσμο δεν υπάρχει.

Συνεπώς, χρειάζεται ιεράρχηση. Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε, η σειρά προτεραιότητας είναι:

  • Εξαγωγές (και υποκατάσταση εισαγωγών), άρα κάθε μέτρο πολιτικής που τις ενισχύει (φορολογικά, άδειες, ενισχύσεις, απλοποίηση διαδικασιών, εργασιακή ευελιξία, κοκ)
  • Θεσμική σταθερότητα (στα λίγα βασικά που αναφέρθηκαν)
  • Χρηματοδότηση (πακέτο βοήθειας με έμφαση στην εξωστρέφεια, και εισροή κεφαλαίων στις τράπεζες)
  • Εγχώρια ζήτηση (συμπληρωματική βοήθεια για μικρά έργα και επιδόματα)
  • Διαγραφή χρέους

Η σειρά στηρίζεται στην εκτίμηση μου για τις πιθανότητες επιτυχίας που έχουν οι εναλλακτικές στρατηγικές ανάπτυξης. Οι πέντε παράγοντες αλληλεπιδρούν, και σε κάποιο βαθμό θα πρέπει να αντιμετωπιστούν παράλληλα. Αλλά δεν θάπρεπε να αντιμετωπιστούν από κάτω προς τα πάνω. Δεν έχει κανένα νόημα να δώσουμε μάχη για να διαγράψουμε το χρέος, αν δεν έχουμε πολιτική για να αυξηθούν οι εξαγωγές. Ούτε να βάψουμε τα νοσοκομεία, αν δεν μπορούμε να αγοράσουμε φάρμακα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s