Ποιός φοβάται την ανάκαμψη;

Δημοσιεύτηκε στη Καθημερινή στις 22 Σεπτ. 2013

Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να προσδοκούμε ότι σε λίγους μήνες θα αρχίσει η ανάκαμψη της οικονομίας, και εξίσου σοβαροί λόγοι να προσδοκούμε το αντίθετο. Η οικονομία βρίσκεται σε μια γκρίζα ζώνη, όπου μερικοί κλάδοι συνεχίζουν να βυθίζονται, άλλοι σταθεροποιούνται και μερικοί αναπτύσσονται σε νέες αγορές. Δεν είναι πια η οικονομική πολιτική με τη στενή έννοια που θα κρίνει προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα, αλλά οι αποφάσεις και η πρακτική πολλών χιλιάδων επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Αυτό το αντιλαμβάνονται οι πολιτικές δυνάμεις, στην πλειονότητά τους, και σχεδιάζουν την τακτική τους για τον χειμώνα που έρχεται. Η μόνη μεγάλη πολιτική δύναμη που φαίνεται ότι δεν το καταλάβαινε μέχρι χθες είναι η Νέα Δημοκρατία.

Εξηγούμαι: Η εφαρμογή των Μνημονίων σε γενικές γραμμές έχει ολοκληρωθεί όσον αφορά στα δημοσιονομικά μεγέθη και στην αγορά εργασίας και καρκινοβατεί όσον αφορά στις λοιπές μεταρρυθμίσεις. Η εσωτερική υποτίμηση για τους μισθούς έχει προχωρήσει όσο προβλέπουν τα μοντέλα, οι φόροι είναι πολύ υψηλοί, οι δημόσιες δαπάνες δεν υπάρχει περιθώριο να αυξηθούν. Τα μνημονιακά μέτρα για τον επόμενο χρόνο, ακόμη και αν εφαρμοστούν πλήρως, δεν θα έχουν σημαντική επίδραση μέσα στο 2014. Τυχόν σημαντικές βελτιώσεις θα ισχύσουν και θα επιδράσουν πολύ αργότερα. Σε αυτό το στενό πλαίσιο θα κινηθούν οι επιχειρήσεις· μερικές θα κλείσουν και άλλες θα αξιοποιήσουν τις νέες δυνατότητες.

Ο κρίσιμος παράγοντας, όμως, δεν είναι τώρα η οικονομική πολιτική, είναι το λεγόμενο «κλίμα». Δηλαδή, οι προσδοκίες σχετικά με τη συνέχεια του κράτους, την πολιτική βία, την ασφάλεια δικαίου, τις απεργίες, τις εργασιακές σχέσεις, τους μελλοντικούς φόρους, την ποινικοποίηση της επιχειρηματικότητας. Αυτά θα επηρεάσουν την εισροή καταθέσεων στις τράπεζες και τα διατραπεζικά δάνεια, που με τη σειρά τους γίνονται δάνεια προς τις επιχειρήσεις. Θα κρίνουν πόσοι τουρίστες θα έρθουν στην Ελλάδα, όπως τους έδιωξαν το 2011 που καιγόταν η Αθήνα, όπως τους έφεραν το 2013, όταν οι ανταγωνιστικοί προορισμοί φλέγονταν. Θα οδηγήσουν τους εφοπλιστές να φέρουν τα μεικτά τους κέρδη στη χώρα ή, εναλλακτικά, να τα αφήσουν έξω. Continue reading

Ομιλία στο ΙΣΤΑΜΕ

Το κείμενο της ομιλίας μου στο Συνέδριο του ΙΣΤΑΜΕ, 4 Σεπτ. 2013. Η Συνεδρία είχε θέμα: ‘Κράτος και οικονομία πριν και μετά την κρίση’.

Το πιο σημαντικό ερώτημα για την οικονομία της Μεταπολίτευσης είναι, νομίζω, το εξής: Γιατί καμμιά κυβέρνηση δεν ασχολήθηκε σοβαρά με το εμπορικό ισοζύγιο, και γιατί όποτε κάποιοι ελάχιστοι το έθεταν στο δημόσιο διάλογο, δεν τους άκουγε κανένας.

Το εμπορικό ισοζύγιο, η διαφορά ανάμεσα σε εξαγωγές και εισαγωγές, ήταν αρνητικό από το 1962 και με γενικά αυξητική τάση μέχρι το 2008. Είχαμε σωρευτικά το δεύτερο μεγαλύτερο έλλειμα στην ευρωζώνη και στην ΕΕ των 17 μετά την Πορτογαλία.

Το βάθος της κρίσης στην Ελλάδα οφείλεται σε αυτή την μακροχρόνια και θεμελιακή αδυναμία — οτι δηλαδή η παραγωγική βάση της χώρας δεν μπορούσε να υποστηρίξει τις δαπάνες που έκαναν τα νοικοκυριά και το κράτος.

Παρόλο που η κρίση εμφανίστηκε ως κρίση του δημόσιου χρέους, στη βάση ήταν κρίση εξωτερικού δανεισμού. Αν το κράτος χρωστούσε σε έλληνες πιστωτές, όπως συμβαίνει στην Ιαπωνία και στην Ιταλία που έχουν κι αυτές μεγάλο δημόσιο χρέος, θα πολύ πιο εύκολο είτε να αποφύγουμε την βαθειά ύφεση, είτε να την αντιμετωπίσουμε γρήγορα.

Καμμιά κυβέρνηση, είτε της ΝΔ είτε του ΠΑΣΟΚ, είτε λαϊκίστικη είτε εκσυγχρονιστική δεν πήρε σοβαρά μέτρα για το ισοζύγιο, ή μάλλον δεν πήρε διαρθρωτικά μέτρα (η λιτότητα του 1985-87 ήταν μια συγκυριακή αντιμετώπιση).

Τώρα, με τη στερνή γνώση, βλέπουμε οτι αυτό ήταν, τουλάχιστο, εγκληματική αμέλεια. Το ερώτημα λοιπόν είναι, γιατί, κανένας πρωθυπουργός και κανένας υπουργός οικονομίας, παρόλο που ορισμένοι ήταν σοβαροί άνθρωποι, δεν μπόρεσε να αντιστρέψει την τάση.

Continue reading