Το παγκόσμιο επέκεινα και η εντόπια μαντική

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 2 Δεκ. 2012

Υπάρχουν δύο είδη μοιρολατρίας στον λόγο των πολιτικών και των δημοσιολόγων τα τελευταία τρία χρόνια.

 Το πρώτο είναι η αναγωγή σε ένα παγκόσμιο επέκεινα. Για παράδειγμα, όταν μιλάμε για λιτότητα στην Ελλάδα, μερικοί μαρξιστές μεταθέτουν τη συζήτηση στην κρίση υποκατανάλωσης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Μοιάζουν με τον παχύσαρκο που του λένε να τρώει λιγότερο, κι αυτός απαντά: “Μα ο κόσμος έχει δισεκατομμύρια πεινασμένους, που θάπρεπε να τρώνε περισσότερο. Εχουμε ανάγκη πιο πολύ φαϊ, όχι λιγότερο”.

Θεωρούν οτι θα μπορούσε να διατηρηθεί ψηλά η κατανάλωση στη χώρα που είχε την χαμηλότερη αποταμίευση και το χειρότερο εμπορικό ισοζύγιο σε όλη την Ευρώπη, επειδή οι μισθοί στον τρίτο κόσμο είναι χαμηλοί. Αφού δεν μπορεί να φάει αρκετά ο Ινδός, δηλαδή, ας τρώμε εμείς περισσότερο. ‘Η, αφού δεν ξοδεύει αρκετά ο Γερμανός εργάτης, ας ξοδέψει ο Έλληνας την αποταμίευση του Γερμανού.

Πιο σοβαρά, πολλοί υποστηρίζουν οτι χωρίς συνολική και οριστική λύση στην Ευρωζώνη για το χρέος, τις τράπεζες, τα δημοσιονομικά και την ενεργό ζήτηση, η μικρή και προβληματική ελληνική οικονομία δεν μπορεί να ανακάμψει. Επικαλούνται την κρίση του 1929 ως παράδειγμα, όπου χωρίς συντονισμένη και μαζική τόνωση της ζήτησης από τα μεγάλα κράτη δεν μπορούσαν να ανακάμψουν οι τοπικές οικονομίες.

Συχνά, για την ελληνική “διάσωση”, το επιχείρημα εστιάζεται στο δημόσιο χρέος. Αν δεν διαγραφεί τόσο πολύ χρέος ώστε να είναι απόλυτα σαφές οτι μπορούμε να εξυπηρετήσουμε το υπόλοιπο, τότε δεν θα έρθει η ανάπτυξη. Μέχρι τότε, όλη η ενέργεια της πολιτικής ηγεσίας πρέπει να αφιερωθεί εκεί.

Αυτές οι προσεγγίσεις έχουν ένα κοινό στοιχείο: το κύριο πρόβλημα βρίσκεται έξω από τα σύνορα μας, και εμείς εδώ δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά. Η φράση “ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε” γίνεται “ή αλλάζουνε ή βουλιάζουμε”. Και ακολουθούν οι παραινέσεις προς τις πολιτικές ηγεσίες για πιστόλια στο τραπέζι, για άρνηση της δόσης, ή για παγκόσμια επανάσταση.

Η Ευρώπη δεν βρίσκεται όμως σε συνθήκες κρίσης του 1929, ούτε ο κόσμος στον Οκτώβρη του 1917. Ενα μεγάλο μέρος της ευρωζώνης δεν έχει δεί (ακόμα;) μεγάλη ύφεση, η ανεργία στη Γερμανία μειώθηκε, οι αναδυόμενες οικονομίες εξακολουθούν να αναδύονται. Τα πράγματα δεν είναι καλά, αλλά δεν είναι και τέτοια ώστε να αποθέτουν μερικοί την ελπίδα τους σε μεγάλες ανατροπές ή σε ριζική αναμόρφωση των ευρωπαϊκών συνθηκών.

Ειδικά για την ευρωζώνη, το πιθανότερο είναι να συνεχίσει για χρόνια η μακρόσυρτη διαπραγμάτευση που επιφέρει κάθε φορά μικρές αλλαγές στη λειτουργία των θεσμών, χωρίς “οριστική” λύση.

Εντωμεταξύ, η ζωή κυλάει, τα παιδιά μεγαλώνουν και πρέπει να τραφούν και να σπουδάσουν, οι άρρωστοι πρέπει να έχουν φάρμακα, οι άνεργοι πρέπει να βρουν δουλειά, οι επιχειρήσεις πρέπει να λειτουργούν — τώρα, όχι σε δέκα χρόνια.

Καιρός είναι, μέσα στο δύσκολο διεθνές περιβάλλον, να αφιερώσουν οι πολιτικοί και οι δημοσιολόγοι την ενέργεια τους στο εσωτερικό πεδίο. Οι ξένοι εταίροι διασφάλισαν μερικές προϋποθέσεις για να αρχίσουν να γίνονται επενδύσεις και να ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας. Δεν υπάρχει σοβαρή δικαιολογία να περιμένουμε το επέκεινα της παγκόσμιας αλλαγής για να δούμε άσπρη μέρα.

Το δεύτερο είδος μοιρολατρείας συνοψίζεται στη φράση “το πρόγραμμα δεν βγαίνει”. Αν εννοούν οτι οι επίσημες προβλέψεις του Μνημονίου για τα μακρομεγέθη θα πέσουν έξω, έχουν δίκιο. Αν όμως εννοούν οτι τα μέτρα επιφέρουν ένα προδιαγεγραμμένο ποσοτικό αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να το μαντέψουμε σωστά, τότε δεν καταλαβαίνουν πώς λειτουργεί μια οικονομία, ιδίως σε συνθήκες κρίσης.

Η οικονομία δεν είναι μηχανισμός όπου πατάς ένα κουμπί (π.χ. έναν φορολογικό νόμο) και αυτόματα προκύπτει ένα μέγεθος (π.χ. συν/πλην τόσες θέσεις εργασίας).  Ανάμεσα στο μέτρο και στο αποτέλεσμα υπάρχουν οι αντιδράσεις και οι αποφάσεις ανθρώπων. Οταν υπάρχει αβεβαιότητα, αναταραχή και  αναγκαστική αναδιάρθρωση, τα καθαυτό μέτρα έχουν μικρότερη σημασία από το κλίμα, τις συγκρούσεις, τις προσδοκίες.

Δεν είναι μόνο οι πολιτικές, είναι και η πολιτική που καθορίζει την έκβαση. Γι αυτό κανένας οικονομολόγος δεν μπορεί να προβλέψει τους περίφημους πολλαπλασιαστές ή την κλαδική σύνθεση της απασχόλησης, παρά μόνο σε συνθήκες κανονικότητας και σε ορίζοντα μηνών.

Αν σήμερα το πιο μεγάλο και επείγον πρόβλημα είναι η ύφεση και η ανεργία, το καθήκον της πολιτικής δεν είναι να μαντέψει αλλά να ενθαρρύνει τις αποφάσεις των ανθρώπων που μπορούν να δημιουργήσουν νέες δουλειές.

Σχεδόν καμμία νέα θέση εργασίας δεν μπορεί να υπάρξει στο δημόσιο, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν πόροι. Κάποιες δουλειές μπορούν να έρθουν από ξένους επενδυτές, και οι πιο πολλές από μικρομεσαίους έλληνες επιχειρηματίες.

Σε αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να πέσουν τα φώτα της δημοσιότητας από δω και εμπρός. Οχι στις κυρίες Μέρκελ και Λαγκάρντ, αλλά σε όσους θέλουν να αξιοποιήσουν δημόσια περιουσία, σε όσους πασχίζουν να αυξήσουν εξαγωγές, σε όσους παλεύουν με την γραφειοκρατία, σε όσους αρνείται το δημόσιο να επιστρέψει φόρο, σε όσους κινδυνεύουν να χάσουν το μισό τους τζίρο επειδή κάποιοι κλείνουν τα λιμάνια.

Ούτε στο επέκεινα, ούτε στη μαντική βρίσκεται η σωτηρία. Στο επιχειρείν βρίσκεται.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s