Η Μεγάλη Προσαρμογή

(δημοσιεύτηκε στο Βήμα Ιδεών 2 Οκτ. 2010 και στην αναΜόρφωση )

Για να ξαναμπεί η οικονομία σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης, μισό με ένα εκατομμύριο άνθρωποι θα πρέπει να αλλάξουν δουλειά – το 10% με 20% του εργατικού δυναμικού. Δεν αρκεί να δουλεύουν πιο παραγωγικά, πιο έντιμα, πιο έξυπνα, πιο πολύ. Πρέπει να δουλεύουν σε άλλο αντικείμενο. Οι δουλειές που αναγκαστικά θα χαθούν θα είναι στους διεθνώς ‘μη-εμπορεύσιμους’ κλάδους (non-tradable), αυτούς που εξυπηρετούν αποκλειστικά τους κατοίκους της χώρας και δεν υπόκεινται σε διεθνή ανταγωνισμό: π.χ. λιανικό εμπόριο, δικηγόροι, δημόσια διοίκηση, κατασκευές στα αστικά κεντρα.  Οι νέες δουλειές θα πρέπει να είναι στους ‘εμπορεύσιμους΄ κλάδους: γεωργία, μεταποίηση, τουρισμός και άλλες εξωστρεφείς υπηρεσίες, εμπορεύσιμη τεχνολογία, προσφορά κατοικίας για ξένους.

Ποιοί και πώς θα δημιουργήσουν τις νέες δουλειές; Ας μην περιμένουμε πολλά από τις μεγάλες και οργανωμένες επιχειρήσεις. Λιγότερο από 400 χιλιάδες εργαζόμενοι (το 8% του εργατικού δυναμικού) απασχολείται σε εταιρίες με πάνω από 250 απασχολούμενους, και   πολλοί από αυτούς είναι είναι σε μη-εμπορεύσιμους κλάδους. Στην καλύτερη δυνατή περίπτωση οι μεγάλες εταιρίες, υφιστάμενες και νέες, μπορούν να προσθέσουν άλλες 100 χιλιάδες θέσεις εργασίας σε πέντε με δέκα χρόνια.

Η μεγάλη προσαρμογή πρέπει να έρθει, όπως πάντα στην Ελλάδα, από τις μικρές και τις οικογενειακές μονάδες. Τη συνταγή της αναδιάρθρωσης δεν μπορούμε να την αντιγράψουμε από πουθενά, γιατί το πλήθος και η σημασία των μικρο-επιχειρήσεων εδώ δεν έχει αντίστοιχο αλλού — ο κοινωνιολόγος Colin Crouch λέει πως όταν πρωτοείδε στατιστικές για το μέγεθος των επιχειρήσεων στην Ελλάδα νόμισε οτι είχε πάρει λανθασμένα στοιχεία, γιατί ήταν τόσο διαφορετικά από όλες τις άλλες χώρες της Ευρώπης. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να φανταστούμε ένα δικό μας μοντέλο: με ποιό τρόπο και με ποιές κοινωνικές επιπτώσεις μπορούν να αλλάξουν δραστηριότητα εκατοντάδες χιλιάδες μικροεργοδότες, αυτοαπασχολούμενοι και απολυμένοι;

Τα στοιχεία που θα βοηθήσουν πολλούς να ξεκινήσουν νέες δουλειές δεν τα βρίσκεις εύκολα στις δυτικές χώρες. Είναι η πολυέργεια, η περιουσία και η εμπορικότητα. Πολυέργεια: τα νοικοκυριά έχουν μάθει να αναζητούν διαφορετικές πηγές εισοδήματος, στο  μικρεμπόριο, σε ενοίκια, μισθούς, χωράφια. Δεν εξειδικεύονται, και δεν μένουν στα ίδια από γενιά σε γενιά. Περιουσία: διεθνείς μελέτες έχουν δείξει οτι ο πιο σημαντικός παράγοντας για να αποφασίσει κάποιος να κάνει νέα δική δουλειά είναι να έχει μια, έστω και μικρή, περιουσία, π.χ. δικό του σπίτι χωρίς χρέος, ή κάποια πρόσοδο. Εμπορικότητα: ο καθε αυτοαπασχολούμενος έχει μάθει να χειρίζεται εισπράξεις και πληρωμές, πράγμα καθόλου γνώριμο στους μισθωτούς καριέρας. Δεν είναι λοιπόν τόσο απίθανο ένας φιλόλογος φροντιστηρίου να περάσει στον τουρισμό, ή ένας μηχανικός να γυρίσει στο πατρικό χωράφι και να δοκιμάσει νέες καλλιέργειες. ‘Η τρείς νέοι τεχνικοί να σχεδιάσουν ψηφιακές εφαρμογές για την παγκόσμια αγορά.

Η μικρή κλίμακα είναι μειονέκτημα σε πολλούς κλάδους, αλλά η τεχνολογία έχει αυξήσει θεαματικά τις δυνατότητες του κάθε επαγγελματία  να πληροφορείται για νέες τεχνικές και πηγές προμήθειας, και να πληροφορεί τους δυνητικούς πελάτες για την ποιότητα και την εξειδίκευσή του. Δεν θα είναι εκεί το μεγάλο πρόβλημα. Τα δύο μέγιστα προβλήματα θα είναι τα εμπόδια της γραφειοκρατίας, και η ανασφάλεια.

Η γραφειοκρατία εμποδίζει την πολυέργεια, και δεν ευνοεί τους πειραματισμούς και τις δουλειές που δεν καταλαβαίνει. Παράδειγμα: προσπαθεί να διαχωρίσει τον τουρισμό (rooms to let) από την ενοικίαση σπιτιών. Κι όμως ένα από τα καλύτερα στοιχεία του τουριστικού μας προϊόντος θα μπορούσαν να είναι οι βραχυχρόνιες ενοικιάσεις σπιτιών σε ξένους, για το οποίο μάλιστα οι επενδύσεις έχουν ήδη γίνει από τα νοικοκυριά, αρχικά για ίδια χρήση. Αλλά η γραφειοκρατία ουσιαστικά τις απαγορεύει, είτε από μια παρωχημένη τάση για ταξινόμηση και έλεγχο, είτε  για να προστατεύσει τους ‘επιχειρηματίες’ απέναντι στους ιδιώτες. Αυτή όμως η περιχαράκωση είναι που πρέπει να καταρηγθεί, αν είναι να αναπτύξουμε νέες πηγές εισοδημάτων.

Με παρόμοιο τρόπο έπνιξε στις απάγορεύσεις και στις ασάφειες του νόμου ένα ενδιαφέρον εγχώριο επιχειρηματικό μοντέλο, τα internet café, όπου μαζεύονται μαθητές και παίζουν διαδικτυακά παιγνίδια περιπέτειας. Παρόλα τα μεγάλα ωφέλη για τα παιδιά, που εκεί αναπτύσσουν σύνθετες ικανότητες και πνεύμα συνεργασίας (ότι δηλαδή δεν κάνει το ελληνικό σχολείο), η στάση του κράτους ήταν καχυποψία, μήπως από πίσω κρύβεται τζόγος. Το μοντέλο ήταν πρωτότυπο σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Αντί αυτό να είναι πλεονέκτημα, αποδείχτηκε μειονέκτημα γιατί οι επιχειρηματίες δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν τη δουλειά τους επικαλούμενοι την ευρωπαϊκή πρακτική.

Οι δουλειές δεν θα έρθουν έτοιμες και καλοσχεδιασμένες, με χωροθετημένες επενδύσεις και στελέχη πλήρους απασχόλησης. Δεν θα μπορούν να προδιαγραφούν με υπουργικές αποφάσεις και εγκυκλίους. Θα έρθουν με δοκιμές και αποτυχίες, συχνά θα ξεκινούν σε σπίτια και σε υπόστεγα, βράδια και σαββατοκύριακα, και μερικές φορές δεν θα μοιάζουν με κανένα ξένο πρότυπο. Αν το κράτος επιμείνει στην αδειοδότηση όπως ισχύει σήμερα, θα τις πνίξει. Τρείς όροι θα έπρεπε να επαρκούν: να πληρώνουν φόρους, να ασφαλίζουν τους εργαζόμενους και να μη βλάπτουν το περιβάλλον.

Σε αυτή τη μεγάλη προσαρμογή θα υπάρχει πόνος και ανασφάλεια, όχι μόνο μέχρι να στηθούν οι νέες δουλειές, αλλά και μετά. Γιατί σε αντίθεση με τους μη-εμπορεύσιμους κλάδους, αυτές οι δραστηριότητες θα υποκείνται στο διεθνή ανταγωνισμό και το κράτος δεν θα μπορεί να τις προστατεύσει με νόμους. Πολλοί θα αποτύχουν και θα φτωχύνουν. Αλλοι θα αλλάξουν πολλές δουλειές, και θα κατασκευάσουν τις ‘αυτοσχέδιες βιογραφίες’ της δεύτερης νεωτερικότητας που περιγράφει ο Ulrich Beck. Η οικογενειακή αλληλεγγύη και η μικροιδιοκτησία θα προστατέψουν πολλούς από την απόλυτη ένδεια και την κοινωνική απομόνωση που παρατηρούνται στις δυτικές κοινωνίες. Αλλά όχι όλους, και όχι ικανοποιητικά.

Είναι κρίσιμο λοιπόν να μετασχηματιστεί το σύστημα κοινωνικής προστασίας, με δύο στόχους: να υποστηρίζει την πολυέργεια, και να καλύπτει κατά προτεραιότητα τους φτωχότερους. Δηλαδή, κυρίως: να ενωθούν τα ασφαλιστικά ταμεία, να καταργηθεί η προνομιακή μεταχείριση των επιστημόνων και των ΔΕΚΟ, και να ενισχυθούν οι πόροι για τους άνεργους.

Σημαντική, τέλος, θα είναι η αφήγηση που θα κυριαρχήσει. Αυτές οι νέες εξωστρεφείς μικροεπιχειρήσεις δεν θα έχουν την επίσημη ευλογία που έχει ένα φαρμακείο, δεν θα θεωρούνται ‘λειτούργημα’, δεν θα έχουν τη σιγουριά του δημοσίου, ούτε την αίγλη της καριέρας σε μια μεγάλη εταιρία, ούτε θα αντιγράφουν πετυχημένα μοντέλα από το Business Week. Θα είναι αυτοσχέδιες, και θα φαίνονται πρόχειρες, μυστήριες, βαλκανικές. Μόνοι τους οι ιδρυτές θα πρέπει να βρούν την αφήγηση που θα δώσει νόημα,  περηφάνεια και διάρκεια σε αυτό που κάνουν. Ας μην τους υποτιμάμε οι υπόλοιποι. Γιατί αυτοί θα μας ξελασπώσουν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Ο Σωτήρης διάβασε το κείμενο και μου έγραψε: «…θα ηθελα λιγη περισσοτερη αιτιολογηση για την πρωτη παραγραφο. Γιατι θα χαθουν τοσες θεσεις? Γιατι πρεπει να βρεθουν στα tradables?». Εχει δίκιο οτι πρέπει να αιτιολογηθεί. Εμένα μού φαίνεται προφανές (όχι κατ’ ανάγκη οι αριθμοί, αλλά η γενική ιδέα). Αλλά μπορεί να σκέφτομαι λάθος, και θέλω την άποψη των οικονομολόγων της παρέας.

Εχω κατά νου το εξής απλό μοντέλο:

Η δομή της ζήτησης (τα καταναλωτικά και κοινωνικά πρότυπα) επιβάλλει κάποιες αναλογίες ανάμεσα σε tradables και  non-tradables (δεν μπορούμε να έχουμε λίγα τρόφιμα και πολλά σχολεία). Οχι εντελώς σταθερές (τα μπουζούκια μπορούν να αντικαταστήσουν τα Cayenne), αλλά περίπου.

Η χρήση tradables ισούται με την παραγωγή tradables  συν το έλλειμμα στο εξωτερικό ισογύζιο (appropriately defined). Αν το ισοζύγιο πρέπει να ισοσκελιστεί (επειδή δεν μας δανείζουν, και δεν έρχονται επενδυτικά κεφάλαια), τότε για να διατηρηθεί το βιοτικό επίπεδο (δομή κατανάλωσης) και οι επενδύσεις (σε εισαγόμενο εξοπλισμό) θα πρέπει να παράξουμε εδώ τόσα tradables όσα χρειάζονται για να πληρώσουμε για τις αντίστοιχες εισαγωγές (ή/και να τις υποκαταστήσουμε). Αρα πρέπει να μεταφερθούν πόροι (άνθρωποι και άλλοι) στις αντίστοιχες δραστηριότητες. Αυτοί θα χαθούν από τους non-tradable κλάδους (δεν υπολογίζω τους άνεργους εδώ ως χωριστή δεξαμενή πόρων– πολλοί από αυτούς είναι άνεργοι ήδη εξαιτίας της διαδικασίας που περιγράφω. Και πάντως μετράνε σε αυτούς που «θα αλλάξουν δουλειά»). Ο τρόπος που θα χαθούν οι θέσεις εργασίας στο non-tradable τομέα θα είναι πιθανότατα μέσω μείωσης της ζήτησης.

Τώρα, σχετικά με τους αριθμούς, δηλαδή το «10% – 20% του εργατικού δυναμικού»: Εδώ μαντεύω, δεν στηρίζομαι σε προσεκτικό υπολογισμό. Πολύ απλά και μπακάλικα: το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ήταν, πριν την κρίση, κοντά στο 15% του ΑΕΠ. Με την ηρωϊκή υπόθεση οτι μια μονάδα εργασίας παράγει κατά μέσο όρο ίσης αξίας προϊόν και στους δύο τομείς, τότε για να ισοσκελιστεί το ισοζύγιο χωρίς απώλεια ΑΕΠ, πρέπει να προστεθεί στον tradable τομέα ένα 15% του εργατικού δυναμικού.

Φυσικά, υπάρχουν second order effects (e.g. substitution) που μπορεί να μετριάσουν αυτά τα μεγέθη. Αλλά νομίζω οτι η βασική ιδέα ισχύει.

Advertisements

One thought on “Η Μεγάλη Προσαρμογή

  1. Θα συμφωνήσω απόλυτα με την τοποθέτηση, αλλά τίθεται το ερώτημα αν εκτός από τις καινοτόμες δράσεις, θα υπάρξει και μέριμνα για βοήθεια και χρηματοδότηση (αν χρειάζεται) σε ποιοτική εξωστρεφή επιχειρηματικότητα … μήπως επιχειρηματικά clusters; Τι μας διδάσκει το Corallia Clusters Initiative;

    Reply

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s