Ποιός θα κάνει τις εξαγωγές;

(Δημοσιεύτηκε στο Βήμα 13/6/2010)
Ποιος θα κάνει τις εξαγωγές που χρειαζόμαστε για να μπει σε τροχιά ανάπτυξης η οικονομία; Ποιος θα υποκαταστήσει τις εισαγωγές στα είδη που μπορούμε να παράγουμε, ώστε να υπάρχουν χρήματα για να εισάγουμε τα υπόλοιπα; Οι επιχειρήσεις, είναι μια πρώτη απάντηση, αυτές που έχουν οργάνωση και τεχνογνωσία. Που έχουν διευθυντές πωλήσεων, τμήματα προσωπικού, τεχνικούς πληροφορικής, στελέχη με μάστερ από καλά πανεπιστήμια. Εχουμε τέτοιες επιχειρήσεις; Βεβαίως. Ποιες είναι; Οι τράπεζες, οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής, η τηλεφωνία, οι μεγάλοι εργολάβοι του δημοσίου. Τι μπορούν να εξάγουν; Τίποτα. Γιατί είναι όλες στους λεγόμενους διεθνώς μη εμπορεύσιμους (non-tradable) κλάδους. Οι διεθνώς εμπορεύσιμοι κλάδοι είναι η γεωργία, η εξόρυξη, η βιομηχανία (αλλά όχι οι κατασκευές), ο τουρισμός, η ναυτιλία, διακίνηση και μεταφορές, τα πνευματικά προϊόντα, το λογισμικό. Μπορεί να είναι και η παιδεία, όταν έρχονται μαθητές και φοιτητές από έξω (ή όταν μένουν εδώ αυτοί θα έφευγαν έξω), η ιατρική όταν έρχονται ασθενείς, και οι υπηρεσίες που παρέχονται από απόσταση. Πόσες μεγάλες επιχειρήσεις έχουμε σε αυτούς τους κλάδους; Ελάχιστες. Στο σύνολο της οικονομίας, οι απασχολούμενοι σε επιχειρήσεις άνω των 250 εργαζομένων δεν ξεπερνούν το 9% του εργατικού δυναμικού- μαζί με τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες. Ούτε οι μισοί από αυτούς δεν είναι σε εμπορεύσιμες δραστηριότητες.

Φτάσαμε στην παράδοξη κατάσταση το εξωτερικό ισοζύγιο, άρα και η ανάπτυξη από εδώ και πέρα, να εξαρτάται από τους μικροεργοδότες και τους αυτοαπασχολούμενους. Continue reading

Advertisements

Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι

Θεσμοί και νοοτροπίες στην ελληνική οικονομία1
(Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 8, Ιούνιος 2010 και στην αναΜόρφωση )

ΛΟΓΟΠΛΑΙΣΙΟ

Καθαρεύουσα και δημοτική

Ο τρόπος που συζητάμε για την οικονομία άλλαξε άρδην, μέσα σε λίγους μήνες. Πριν ξεσπάσει η δική μας κρίση του χρέους ο δημόσιος διάλογος δεν διέφερε πολύ από τον αντίστοιχο στις δυτικές χώρες. Είχαμε τις κλασικές συζητήσεις υπέρ του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, υπέρ της τόνωσης της ζήτησης ή της περικοπής δαπανών, για το φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, κ.ο.κ.

Λίγοι σχολιαστές επέμεναν στις ελληνικές ιδιαιτερότητες.2 Για παράδειγμα ότι το Δημόσιο δεν είναι Δημόσιο όταν το έχουν αλώσει ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα, και το ιδιωτικό δεν είναι ιδιωτικό όταν ζει από το δημόσιο χρήμα. Αλλά αυτές οι φωνές δεν ήταν παρούσες ούτε στο λόγο των κομμάτων, ούτε των καναλιών, ούτε φυσικά στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής.

Οι τεχνοκράτες ασχολούνταν περισσότερο με το επίσημο, παρά με το πραγματικό. Με το ύψος, π.χ., των φορολογικών συντελεστών, αλλά όχι με τους φόρους που πραγματικά πλήρωναν οι επιχειρήσεις – πολύ ψηλότερους από την επίσημη κλίμακα όταν το ΣΔΟΕ επέδραμε επί δικαίων και αδίκων, πολύ χαμηλότερους όταν ο επιχειρηματίας είχε τον τρόπο του.

Υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον επίσημο λόγο της πολιτείας, της πολιτικής, της τεχνοκρατίας, και σε αυτό που διαισθανόμασταν, που κουβεντιάζαμε στις παρέες, αλλά δεν αρθρώναμε δημόσια. Στον επίσημο λόγο, την καθαρεύουσα, μιλούσαμε για επενδύσεις, προγραμματισμό, ανταγωνισμό, παραγωγικότητα, κίνητρα, ελέγχους, νόμους. Στη δημοτική, για φραπέ, χαβαλέ, και το δαιμόνιο του Έλληνα. Ξέραμε ότι οι δημόσιες διακηρύξεις δεν θα πραγματοποιηθούν, αλλά λέγαμε: ας προσπαθήσουμε, και αν γίνει το ένα δέκατο, πάλι καλά – να μη μείνουμε πολύ πίσω από «την Ευρώπη».

Τώρα η δημόσια συζήτηση άλλαξε, και ξαφνικά μοιάζει με τις κουβέντες της παρέας. Το δίλημμα «δημόσιο ή ιδιωτικό;» μεταλλάχτηκε: «με τον αργόμισθο ή με το φοροφυγά;». Το «συνδικάτα ή εργοδοσία;» μεταλλάχτηκε: «να κόψουμε τη σύνταξη από τα 52 ή τα ιατρικά υλικά που τα πληρώνουμε για χρυσάφι;». Αρχίσαμε να συζητάμε για την πραγματική Ελλάδα, όχι για μια θεωρητική μικτή οικονομία. Οι καθημερινές εμπειρίες του καθενός ταυτίστηκαν με τα μεγάλα ζητήματα. Αυτό είναι υγιές. Είναι η αρχή της αυτογνωσίας.

Αλλά η οικονομία είναι πολύπλοκη, και οι εμπειρίες μας είναι χαοτικές, ποικίλες και αντιφατικές. Είναι εύκολο να καταλήξουμε σε υπερβολές, να μείνουμε σε καταγγελίες και μονόλογους, να χάσουμε τις αιτίες και την προοπτική. Από τη δημώδη εμπειρία πρέπει να ξαναστήσουμε μια λόγια θεωρία για την ελληνική οικονομία, που να εστιάζει στα ουσιώδη, να τα εξηγεί, και να ορίζει επιλογές. Continue reading